Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Το λεξικό της μετανάστευσης.



  • αποδημία: το να φύγει κάποιος από τη χώρα του και να εγκατασταθεί σε άλλη.
  • αστυφιλία: όταν οι αγροτικοί πληθυσμοί εγκαταλείπουν τα χωριά και πηγαίνουν να ζήσουν στις πόλεις.
  • ατομική μετανάστευση: είναι η μετανάστευση λίγων ανθρώπων π.χ. οι οικογένειες.
  • απόδημος/αποδημώ: είναι αυτός που ζει σε μια ξένη χώρα μακριά από την πατρίδα του.


  • γκασταρμπάιτερ (Gastarbeiter): έτσι ονομάζονται οι μετανάστες στη Γερμανία (der Gast = ο επισκέπτης, ο μουσαφίρης, ο φιλοξενούμενος / der Arbeiter = ο εργάτης, ο εργαζόμενος). 
  • λαθρομετανάστης: αυτός που μεταναστεύει παράνομα σε μια χώρα.

  • μετανάστευση: η μετακίνηση ανθρώπων από μια περιοχή σε μια άλλη.
  • μετανάστης: αυτός που φεύγει σε μια άλλη χώρα ή πόλη.
  • μισεμός/μισεύω: αναχωρώ για άλλη χώρα, ξενιτεύομαι.


  • νόστοςη επιστροφή στην πατρίδα μετά από πολλά χρόνια.
  • ξενιά (ξενία): η ξενιτιά, τα ξένα.
  • ξενιτεμός: η μακρόχρονη διαμονή σε ξένη χώρα.
  • ξενιτεύομαι: φεύγω από τη χώρα μου και πηγαίνω να ζήσω σε άλλη.
  • ξενιτιά: ο τόπος στον οποίο ξενιτεύεται κάποιος, τα ξένα. 

  • οικονομικός μετανάστης: αυτός που ξενιτεύεται για οικονομικούς λόγους.
  • ομαδική μετανάστευση: η μετανάστευση πολλών ανθρώπων από ένα μέρος σε ένα άλλο.
  • ομογένεια: το σύνολο των Ελλήνων που ζουν μόνιμα στο εξωτερικό.
  • ομογενειακός: αυτός που ανήκει στην ομογένεια.
  • ομογενής: αυτός που έχει ελληνική  καταγωγή και ζει χρόνια στο εξωτερικό. 

  • παλιννόστηση: όταν κάποιος επιστρέφει στην  πατρίδα του μετά από χρόνια.


Αγγελική Γ., Δήμητρα Γ., Ιωάννα Κ./ΣΤ1΄

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου